|
Μονάδα 1: Συστατικά του αίματος των ψαριών |
|
|
Kοκκιοκύτταρα - Δομή |
|
|
|
|
|
Αυτά τα κύτταρα έχουν μία χαρακτηριστική δομή και μερικές φορές αναφέρονται ως Πολυμορφοπύρηνα λευκά αιμοσφαίρια. Το κυτταρόπλασμα περιέχει πολυάριθμα λεπτά κοκκία. Τα κοκκιοκύτταρα κατανέμονται σε διαφορετικούς υπο-πληθυσμούς ανάλογα με τα χαρακτηριστικά χρώσης των κοκκίων με ιστολογικές χρωστικές σε παρασκευάσματα επιχρίσματος (π.χ. χρωστικές Romanowsky). Στα ψάρια, τα κοκκιοκύτταρα είναι τριών τύπων: τα ουδετερόφιλα και τα ηωσινόφιλα είναι τα πιο κοινά ενώ τα βασεόφιλα είναι πολύ πιο σπάνια. Πιστεύεται ότι τα βασεόφιλα κοκκιοκύτταρα δεν συναντώνται στα ψάρια της οικογένειας σολομού. |
|
|
Ορισμός |
|
|
Διάγραμμα χαρακτηριστικής δομής. ΟΥΔΕΤΕΡΟΦΙΛΟ: Λευκοκύτταρο που δεν έχει συγγένεια προς τις όξινες ή βασικές χρωστικές, είναι όμως δυνατό να χρωσθεί με ουδέτερες χρωστικές. Συνηθέστερα απαντώμενος τύπος λευκοκυττάρου. Έχει τη δυνατότητα να κινείται εκτός του αίματος, μέσα στους ιστούς, και να επιτίθεται στα βακτήρια που εισέρχονται στο σώμα ΗΩΣΙΝΟΦΙΛΑ: Ειδική κατηγορία λευκών αιμοσφαιρίων (κοκκιοκυττάρων), τα οποία χρωματίζονται από όξινες χρωστικές, όπως η ηωσίνη. Αυτά τα κύτταρα συμμετέχουν στην καταστροφή εσωτερικών παρασίτων και στη διαμόρφωση αλλεργικών φλεγμονωδών αντιδράσεων. ΒΑΣΕΟΦΙΛΟΣ: Ουσία ή συστατικό ιστού (π.χ. λευκοκύτταρο) το οποίο έχει την τάση να χρωματίζεται από αλκαλικές χρωστικές (π.χ. ένα κοκκιοκύτταρο, ικανό να πέμψει μικροοργανισμούς). Κανονικά ο αριθμός τους είναι πολύ μικρός στο αίμα. Υπάρχουν μερικά ερωτηματικά για το αν τέτοια κύτταρα υπάρχουν στα ψάρια. |
|