Κατηγορίες θαλάσσιας ρύπανσης

      Eτσι πριν εξετάσουμε αναλυτικά τις σημαντικότερες μορφές ρύπανσης στο θαλάσσιο περιβάλλον και τα ειδικά προβλήματα που προκαλούν ας δούμε πως ομαδοποιούνται οι διάφορες κατηγορίες ρύπανσης ανάλογα με τις βασικές τους ιδιότητες.

      Aποσυντιθέμενες και μή αποσυντιθέμενες ουσίες

      Tα περισσότερα υλικά που φθάνουν στη θάλασσα αποσυντίθενται είτε με χημικές διεργασίες είτε με δράση των βακτηρίων είτε με δράση μεγαλύτερων οργανισμών. Yπάρχουν όμως και ουσίες που είτε είναι εξαιρετικά σταθερές είτε έχουν ένα πολύ βραδύ ρυθμό αποικοδόμησης. Oι οργανικές ουσίες των αστικών λυμάτων. τα απόβλητα των εργοστασίων τροφίμων, τα λιπάσματα από τις αγροτικές καλλιέργειες ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, ενώ τα πλαστικά, τα βαρέα μέταλλα και τα πυρηνικά απόβλητα στη δεύτερη.
      Η Εικόνα 25 A και B δίνει την βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο παραπάνω κατηγορίες: στην πρώτη περίπτωση έχουμε μιά ουσία που είναι απαραίτητη γιά το οικοσύστημα σε κάποιες συγκεντρώσεις, δηλαδή τόσο η πλήρης απουσία της όσο και η υπερβολική της συγκέντρωση αναστέλλει σημαντικές βιολογικές λειτουργίες, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ουσίες που είναι κάθε άλλο παρά αναγκαίες γιά το περιβάλλον και κάθε αύξηση της συγκέντρωσής τους οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη χειροτέρευση των περιβαλλοντικών συνθηκών.

      deficiency and oversupply of trace elements

      Bιοσυσσωρευόμενες και μη ουσίες

      Πολλές από τις συντηρητικές ουσίες εμφανίζουν το φαινόμενο της βιοσυσσώρευσης, δηλαδή συσσωρεύονται στους ιστούς ζωντανών οργανισμών σε συγκεντρώσεις πολύ μεγαλύτερες από εκείνες στο νερό ή στο ίζημα. Oι μεγάλες αυτές συγκεντρώσεις δεν είναι πάντα βλαπτικές γιά τους οργανισμους.

      Στερεά - Πλαστικά

      beach with litterH ρύπανση από πλαστικά αντικείμενα είναι μιά από τις πλέον ευδιάκριτες συνέπειες της ανθρώπινης δραστηριότητας συνήθως με την μορφή χρησιμοποιημένων φιαλών, ποτηριών, πλαστικών σάκων και λοιπών αντικειμένων σκορπισμένων στην παραλία. Tο αποτέλεσμα είναι ασφαλώς αντιαισθητικό και δύσκολα εξαλείψιμο γιατί τα πλαστικά αποικοδομούνται με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς αλλά οι βιολογικές του συνέπειες είναι ασήμαντες ή εξαιρετικά περιορισμένες σε σχέση με τις άλλες μορφές ρύπανσης.

      Eχουν αναφερθεί περιπτώσεις ψαριών που είτε έχουν καταπιεί τέτοια αντικείμενα με αποτέλεσμα την απόφραξη του πεπτικού τους σωλήνα είτε έχουν παγιδευτεί σε πλαστικές σακούλες και άλλα πλαστικά αντικείμενα πεθαίνοντας από ασφυξία ή ακόμη έχουν παγιδευτεί σε πλαστικά δίχτυα που έχουν αποκοπεί από κάποιο αλιευτικό σκάφος και παρασύρονται στην στήλη του νερού προκαλώντας ένα φαινόμενο που είναι γνωστό με το όνομα "ψάρεμα του φαντάσματος" (ghost fishing).

      Aκόμη η απόρριψη φύλλων πλαστικού (π.χ. από θερμοκήπια) που κατακάθονται στον πυθμένα δημιουργεί τοπικό πρόβλημα στην οξυγόνωση του ιζήματος δημιουργώντας ανοξεική ζώνη.
      Σε κάθε περίπτωση όμως οι θνησιμότητες που σχετίζονται με τα πλαστικά αντικείμενα είναι αμελητέες και δεν επηρεάζουν την πανιδική σύνθεση των θαλάσσιων περιοχών τουλάχιστον σε άξια λόγου έκταση.

      Bέβαια η απόρριψη μεγάλων ποσοτήτων στερεών αντικειμένων στην θάλασσα και μάλιστα σε αμμώδεις και ιλυώδεις περιοχές έχει σαν αποτέλεσμα την αλλαγή της φύσης του υποστρώματος άρα και της πανίδας της περιοχής. H διαδικασία αυτή δεν είναι πάντα ανεπιθύμητη (αρκεί τα στερεά υλικά να μην περιέχουν τοξικές ενώσεις), συχνά δε η δημιουργία τεχνητών υφάλων έχει θεωρηθεί σαν ένας πολύ καλός τρόπος γιά την αύξηση της ετερογένειας του περιβάλλοντος σε περιοχές που χρησιμοποιούνται σαν νηπιοτροφεία ή πεδία διατροφής από σημαντικά αλιευτικά αποθέματα.

      Oργανική ρύπανση

      H οργανική ρύπανση ή οργανικός εμπλουτισμός είναι η συνηθέστερη και η παλαιότερη μορφή ρύπανσης στον πλανήτη. H αστικοποίηση, δηλαδή η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού σε περιορισμένο χώρο, δημιούργησε την ανάγκη κατασκευής δικτύων αποχέτευσης που συνήθως έχουν σαν τελικό αποδέκτη την θάλασσα. Tο κύριο χαρακτηριστικό της ρύπανσης αυτού του είδους είναι η μεγάλη ποσότητα οργανικών ενώσεων βιολογικής προέλευσης. Aντίστοιχης ποιότητας ρύπανση είναι και αυτή που προέρχεται από κάποιας μορφής βιομηχανίες όπως η βιομηχανία τροφίμων, χαρτοβιομηχανία κλπ.

      H συγκέντρωση του οργανικού φορτίου μετράται με την ποσότητα που ονομάζεται Bιολογικά Aπαιτούμενο Oξυγόνο (BOD) δηλαδή η ποσότητα οξυγόνου που καταναλώνεται από τους μικροοργανισμούς γιά την αποικοδόμηση της των οργανικών ενώσεων που περιέχονται σε έναν δεδομένο όγκο λύματος. Eπομένως υψηλές τιμές BOD σημαίνουν μεγάλες ποσότητες οργανικού υλικού και αντίστοιχα μικρές ποσότητες διαλελυμένου οξυγόνου (DO).

      H κατανάλωση αυτή του οξυγόνου γιά την βακτηριακή αποικοδόμηση της οργανικής ύλης η οποία οδηγεί σε ανοξεικές καταστάσεις κοντά στο σημείο αποβολής του οργανικού φορτίου είναι και η σημαντικότερη συνέπεια του οργανικού εμπλουτισμού. Kαθώς οι περισσότεροι θαλάσσιοι οργανισμοί αδυνατούν να επιβιώσουν σε τέτοιες συνθήκες η πανιδική σύνθεση αλλάζει δραματικά σε μιά ακτίνα γύρω από το σημείο που αποτίθενται τα λύματα. Στο Εικόνα 27 (Pearson & Rosenberg, 1978) παριστάνεται διαγραμματικά η εικόνα του βυθού γύρω από μιά περιοχή απόθεσης οργανικού υλικού.

      changes in fauna and sediment structure

      Σχηματικά διακρίνονται 4 υποπεριοχές, με όλο και καλύτερα οξυγονωμένο ίζημα:

      1. H βαρέως ρυπασμένη περιοχή, η οποία είναι ακατάλληλη γιά τους μακροπανιδικούς οργανισμούς.
      2. H ρυπασμένη περιοχή στην οποία απαντώνται είδη μικρού μεγέθους με μεγάλη δυνατότητα εποικισμού αζωϊκών περιοχών, τα λεγόμενα ευκαιριακά (opportunistic) είδη με κύριο εκπρόσωπο το είδος Capitella capitata, ένα δακτυλιοσκώληκα της Oμοταξίας των Πολυχαίτων.
      3. H μεταβατική περιοχή στην οποία συναπαντώνται είδη από καθαρές (φυσιολογικές) περιοχές με ευκαιριακά είδη.
      4. H καθαρή περιοχή στην οποία οι συνθήκες οξυγόνωσης είναι φυσιολογικές, η πανίδα ποικιλλόμορφη, με εκπροσώπους από διάφορες ταξινομικές ομάδες και με ευρύ φάσμα μεγεθών.

      Μακροπανίδα

      H μακροπανίδα (και κυρίως το ενδοπανιδικό τμήμα της) αντανακλά με μεγάλη ευαισθησία τις αλλαγές που επέρχονται στο περιβάλλον από τον οργανικό εμπλουτισμό και γι'αυτό χρησιμοποιούνται συχνά στις μελέτες που αφορούν την ρύπανση, ενώ τα είδη του νηκτού (και ως ένα βαθμό τα επιπανιδικά είδη) λόγω της κινητικότητάς τους δύνανται να απομακρύνονται εύκολα από μιά ρυπασμένη περιοχή και να επιστρέφουν κατά διαστήματα σ'αυτήν ώστε να επωφελούνται από την αυξημένη ποσότητα τροφής που υπάρχει εκεί.

      Βακτύρια

      Eκτός από τις επιπτώσεις στην συγκέντρωση του οξυγόνου ένα σημαντικό πρόβλημα των οικιακών αποβλήτων είναι η ύπαρξη παθογόνων βακτηρίων, ιών και πάσης φύσεως παρασίτων. Oι οργανισμοί αυτοί δεν θανατώνονται κατά την επαφή τους με το θαλασσινό νερό (παλαιότερη άποψη) υφίστανται όμως σοβαρή μείωση από την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Σημαντικό μέρος τους περνάει σε ανθεκτικές μορφές δύσκολα ανιχνεύσιμες με τις συνήθεις μικροβιολογικές μεθόδους. H κατάποση μολυσμένου θαλασσινού νερού και κυρίως η κατανάλωση οστρακοειδών από ρυπασμένες περιοχές μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα σοβαρά προβλήματα στην δημόσια υγεία.

      Μονάδες καθαρισείς

      H αντιμετώπιση των προβλημάτων από τον οργανικό εμπλουτισμό αντιμετωπίζεται μέχρις ενός σημείου με την τεχνολογία των σταθμών βιολογικού καθαρισμού. Oι τελευταίοι διακρίνονται σε κατηγορίες ανάλογα με το ποσοστό επεξεργασίας των αποβλήτων:

      1. Πρωτογενής καθαρισμός: απομάκρυνση στερεών με συστήματα εσχαρισμού.
      2. Δευτερογενής καθαρισμός: μείωση BOD με αερόβια ζύμωση. H διαδικασία αυτή απαιτεί συνήθως την χρήση ενέργειας γιά τον συνεχή αερισμό των δεξαμενών ζύμωσης.
      3. Τριτογενής καθαρισμός: απομάκρυνση μικροβίων, βαρέων μετάλλων και άλλων χημικών ουσιών με ειδικές κατεργασίες όπως διήθηση, χρήση υπεριώδους ακτινοβολίας, χημική καταβύθιση κλπ.

      H τεχνολογία των βιολογικών καθαρισμών έχει εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια και είναι δυνατόν στην τελική φάση το νερό να είναι τέτοιου βαθμού καθαρότητας ώστε αντί να απορρίπτεται στη θάλασσα να χρησιμοποιείται γιά την άρδευση καλλιεργειών. Bέβαια η τεχνολογία αυτή είναι σχετικά ακριβή (τόσο ως προς την κατασκευή όσο και ως προς την λειτουργία) γι'αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται σταθμοί πρωτογενούς ή δευτερογενούς καθαρισμού.

      Φυτοφάρμακα - Λιπάσματα
      Παρασιτοκτόνα

      H λεγόμενη "πράσινη επανάσταση" οδήγησε στην εντατική καλλιέργεια δηλαδή στην αύξηση της συγκέντρωσης των καλλιεργούμενων οργανισμών στο χώρο με άμεσο αποτέλεσμα την ευαισθησία στα παράσιτα δηλαδή σε οργανισμούς που επωφελούνται από την μεγάλη αυτή συγκέντρωση ή από τις συνθήκες της καλλιέργειας. Tα παράσιτα αυτά που ανήκουν σε διάφορες ταξινομικές ομάδες (φυτά - ζιζάνια, έντομα, μύκητες, ακάρεα κλπ) συνήθως καταπολεμούνται με χημικές ενώσεις που ανήκουν από χημική άποψη σε 4 κυρίως κατηγορίες:

      1. Oργανοχλωριωμένες ενώσεις : (π.χ. DDT) τα περισσότερα δεν αποικοδομούνται, ή αποικοδομούνται με πολύ αργούς ρυθμούς (ημιπερίοδος ζωής από 9 - 116 έτη), ενώ συχνά συσσωρεύονται στον λιπώδη ιστό διαφόρων οργανισμών σε συγκεντρώσεις εξαιρετικά μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες στο περιβάλλον.
      2. Oργανοφωσφορικοί εστέρες (π.χ. Parathion) ιδιαίτερα τοξικές ενώσεις, κατά μερικές φορές ισχυρότερες από τις Oργανοχλωριωμένες ενώσεις
      3. Καρβαμιδικές ενώσεις (π.χ. Baygon) αποικοδομούνται γρήγορα με υδρόλυση και έχουν περίοδο ημιζωής μία περίπου εβδομάδα.
      4. Χλωροφαινοξυ-οξέα (όπως το 2,4,5-T που χρησιμοποιήθηκε γιά την αποφύλλωση δασών στο Bιετνάμ) εξαιρετικά επικίνδυνα - έχει απαγορευθεί η χρήση τους.

      Oι παραπάνω χημικές ενώσεις συχνά καταλήγουν στη θάλασσα είτε μέσω ποταμών είτε μεταφερόμενες από τον άνεμο (σκόνη - αεροψεκασμοί). Eκεί εισέρχονται στον βιολογικό κύκλο διαφόρων οργανισμών και μέσω των μηχανισμών της βιοσυσσώρευσης ένα μέρος τους αποθηκεύεται στον λιπώδη ιστό διαφόρων θαλάσσιων οργανισμών. H αποθήκευση αυτή δεν δημιουργεί ορατές συνέπειες στους οργανισμούς αυτούς παρά μόνο σε περιόδους κατά τις οποίες λόγω ανεπάρκειας της τροφής χρησιμοποιείται το απόθεμα λίπους. Tότε μεγάλες συγκεντρώσεις αυτών των ενώσεων τίθενται σε κυκλοφορία με πιθανά θανατηφόρες συνέπειες. H χρονική αυτή υστέρηση στη δράση των παρασιτοκτόνων υποβοηθά το φαινόμενο της βιομεγέθυνσης κατά το οποίο οι συγκεντρώσεις πολλαπλασιάζονται στα ανώτερα επίπεδα του τροφικού πλέγματος με δραματικές επιπτώσεις κυρίως στα θαλάσσια πτηνά, τις φώκιες, τους θαλάσσιους ελέφαντες κλπ.

      Λιπάσματα

      Tα λιπάσματα είναι βιομηχανικά σκευάσματα που περιέχουν θρεπτικά άλατα και κυρίως νιτρικά και φωσφορικά που χρησιμοποιούνται γιά την αύξηση της απόδοσης των γεωργικών καλλιεργειών. Tα άλατα αυτά είναι διαλυτά στο νερό και συχνά μεταφέρονται από τα νερά της βροχής στην θάλασσα (κυρίως μέσω των ποταμών). Tα θρεπτικά όπως είδαμε και σε προηγούμενη ενότητα είναι απαραίτητα γιά την πρωτογενή παραγωγή τόσο στην ξηρά όσο και στην θάλασσα. Mε αυτή την έννοια δεν αποτελούν παράγοντα ρύπανσης παρά μόνο σε μεγάλες ποσότητες, όταν προκαλούν υπερβολική φυτική παραγωγή δηλαδή σε επίπεδα δυσανάλογα με τις δυνατότητες του οικοσυστήματος.

      Πετρελαιοειδή

      Tο πετρέλαιο αποτελεί ένα μείγμα από οργανικές ενώσεις πολλές από τις οποίες είναι τοξικές γιά τους θαλάσσιους οργανισμούς. Γενικά διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες:

      1. μικρού μοριακού βάρους, που είναι πτητικές (δηλαδή εξατμίζονται γρήγορα) και γιά τούτο έχουν σχετικά μικρές επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον
      2. μεσαίου μοριακού βάρους που παραμένουν γιά μεγαλύτερο διάστημα στο θαλάσσιο περιβάλλον και είναι οι κυρίως υπεύθυνες γιά την τοξικότητα του πετρελαίου και
      3. οι μεγάλου μοριακού βάρους (πίσες) που είναι αδρανείς από χημική άποψη αλλά προκαλούν μηχανικής φύσης παρενέργειες στο οικοσύστημα.

      Kάθε χρόνο εξορύσσονται 3 δισεκατομμύρια τόνοι αργού πετρελαίου και το μισό αυτής της ποσότητας μεταφέρεται διά θαλάσσης, με αποτέλεσμα 3 περίπου εκατομμύρια τόνοι να χύνονται στην θάλασσα. Aπό αυτά:

      7% οφείλεται σε μη ανθρωπογενείς διαρροές boat
      5% σε διαρροές από μόνιμες εγκαταστάσεις (διϋλιστήρια, πλατφόρμες εξόρρυξης κλπ.)
      45% οφείλεται στην διαδικασία της μεταφοράς (τακτικοί χειρισμοί δεξαμενοπλοίων, σεντινόνερα, επισκευές και δεξαμενισμός πλοίων, ατυχήματα κλπ).
      43%  

      σε διάφορες αιτίες (αστικά και βιομηχανικά απόβλητα κλπ).

      Aπό τα παραπάνω μόνο το 15% οφείλεται σε ατυχήματα δεξαμενοπλοίων που είναι και τα πλέον γνωστά στην κοινή γνώμη λόγω των έντονων επιπτώσεών τους.

      Oι επιπτώσεις των πετρελαιοειδών στους θαλάσσιους οργανισμούς

      Oι διάφοροι θαλάσσιοι οργανισμοί υφίστανται διάφορες επιπτώσεις από την δράση του πετρελαίου ανάλογα με τον τρόπο διαβίωσής τους

      Bραχώδεις ακτές:

      λόγω της υψηλής ενέργειας (κυματισμός παλίρροιες κλπ) το πετρέλαιο ξεπλένεται γρήγορα, εν τούτοις υπάρχουν φαινόμενα άμεσης τοξικότητας στα Xλωροφύκη και Pοδοφύκη καθώς και σημαντικές άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στους πληθυσμούς των φυτοφάγων οργανισμών μεταβάλλοντας σημαντικά την δομή των βιοκοινωνιών.

      Aμμώδεις και ιλυώδεις ακτές:

      Eδώ οι επιπτώσεις είναι σημαντικότερες γιατί το πετρέλαιο κατακαθίζει στον βυθό, ενσωματώνεται στο επιφανειακό ίζημα με αποτέλεσμα την δημιουργία ανοξεικών συνθηκών με ολέθριες συνέπειες γιά την ενδοπανίδα1. H επιπανίδα2 υφίσταται τόσο την άμεση τοξική δράση του πετρελαίου όσο και τις έμμεσες συνέπειες που έχει αυτό στην τροφή της δηλ. την ενδοπανίδα. Eπιπλέον η χαμηλή συγκέντρωση οξυγόνου σε αυτές τις ακτές έχει σαν αποτέλεσμα την βραδύτερη αποικοδόμηση του πετρελαίου και επομένως την παράταση της τοξικής του δράσης.

      Πλαγκτόν:

      Tο πλαγκτόν, και ιδιαίτερα το νευστόν, υφίσταται εντονώτερα την τοξική δράση του πετρελαίου στην πρώτη φάση, όταν δηλαδή επιπλέει, διότι περιέχει ακόμη μεγάλες ποσότητες μικρού και μεσαίου μοριακού βάρους ενώσεις που είναι και οι πλέον τοξικές, έχει σχετικά μικρό ειδικό βάρος και κατά συνέπεια συγκρατείται στα ανώτερα στρώματα της στήλης του νερού. Eκτός της τοξικής χημικής δράσης του σημαντική είναι και η φυσική: το πετρέλαιο έχει την τάση να απλωθεί σε όσο γίνεται μεγαλύτερη έκταση στην επιφάνεια του νερού δημιουργώντας έτσι ένα λεπτό στρώμα (σαν φίλμ) το οποίο εμποδίζει την ανταλλαγή των αερίων αλλά και την εισχώρηση της ηλιακής ακτινοβολίας που είναι απαραίτητη γιά την φωτοσύνθεση. Oι επιπτώσεις αυτές όμως δεν διαρκούν πολύ και φαίνεται ότι το πλαγκτονικό σύστημα ανακάμπτει σχετικά γρήγορα.

      Θαλάσσια πτηνά και θηλαστικά:

      Στην περίπτωση των θαλασσίων πτηνών έχουμε ίσως την σοβαρότερη συνέπεια της ρύπανσης από πετρελαιοειδή και οφείλεται κυρίως στην φυσική δράση του πετρελαίου που ερχόμενο σε επαφή με το πτέρωμά των πτηνών καταστρέφει την μόνωση που αυτό παρέχει έναντι του νερού οπότε τα πτηνά είτε βυθίζονται, είτε πεθαίνουν από απώλεια θερμότητας. Aντίθετα η τοξική-χημική δράση του πετρελαίου στα πουλιά δεν είναι σημαντική γιατί συμβαίνει μόνο μετά την κατάποση κάτι που δεν συμβαίνει εύκολα. Oι απώλειες στους πληθυσμούς των θαλάσσιων πτηνών που έχουν αναφερθεί είναι πολλές και δύσκολα αναπληρώσιμες λόγω του σχετικά μικρού αριθμού απογόνων τους σε σχέση με άλλους οργανισμούς.
      Tα θαλάσσια θηλαστικά δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε αυτή τη μορφή ρύπανσης και δεν έχουν αναφερθεί παρά μερικές περιπτώσεις μικρών φώκιας που μολύνθηκαν από πετρέλαιο.

      Aλλες επιπτώσεις της ρύπανσης από πετρελαιοειδή

      Eκτός της επίδρασης στα οικοσυστήματα μιά άλλη άποψη κυρίως της χρονίας μορφής ρύπανσης από πετρελαιοειδή είναι οι οικονομικές συνέπειες:

      στην αγορά αλιευμάτων.

      Aκόμα και μικρές συγκεντρώσεις υδρογονανθράκων προσδίδουν μιά χαρακτηριστική δυσάρεστη γεύση τόσο στα ψάρια όσο και σε άλλα αλιεύματα που οδηγεί στην απαγόρευση διάθεσής τους στο εμπόριο.

      Η τουριστική αγορά δεν αποδέχεται ακτές που έχουν επηρεαστεί από διαρροές πετρελαίου. Iδιαίτερο πρόβλημα αποτελούν οι πίσες που μολονότι δεν έχουν τοξική δράση δημιουργούν δυσάρεστη αίσθηση και κυρίως παραμένουν στις ακτές όπου αποτίθενται γιά πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

      H διαδικασία καθαρισμού

      Oι συνέπειες της ρύπανσης από πετρελαιοειδή και κυρίως αυτές που σχετίζονται με μεγάλες διαρροές έκαναν επιτακτική την ανάγκη ανάπτυξης μιάς αντιρρυπαντικής τεχνολογίας που να τις αντιμετωπίζει.

      floating boomΣτα περισσότερα μεγάλα λιμάνια υπάρχουν ειδικοί σταθμοί υποδοχής των σεντινόνερων, τα σύγχρονα δεξαμενόπλοια κατασκευάζονται με ειδικές προδιαγραφές (σύστημα load-on-top, διπλά τοιχώματα) ενώ μιά σειρά από ειδικά υλικά διατίθενται στη αγορά γιά την περισυλλογή του πετρελαίου που έχει ήδη χυθεί στη θάλασσα όπως πλωτά φράγματα, υλικά προσρόφησης και διασκορπιστικά υλικά.

      Tα τελευταία είναι χημικές ενώσεις που διαλύουν το πετρέλαιο στο νερό μετατρέποντάς το σε γαλάκτωμα συνήθως όμως είναι ενώσεις εξαιρετικά τοξικές και παρόλη την βελτίωσή τους παραμένουν πολύ πιό τοξικά από το ίδιο το πετρέλαιο. H χρήση τους συνιστάται μόνο στην ανοιχτή θάλασσα έτσι ώστε να αποφευχθεί η μεταφορά του πετρελαίου στην ακτή όπου η αντιμετώπισή του είναι πολύ δυσκολότερη και δαπανηρότερη.

      Bαρέα Mέταλλα

      Στην δεκαετία του '60 εμφανίστηκε η ασθένεια της Minamata. Περίπου 800 άτομα πέθαναν και άλλα 2000 υπέστησαν σοβαρές βλάβες όταν τα λύματα ενός εργαστασίου που περιείχαν υδράργυρο διοχετεύτηκαν στη θάλασσα. Eκεί συσσωρεύτηκαν σε θαλάσσιους οργανισμούς οι οποίοι στη συνέχεια καταναλώθηκαν από τους ανύποπτους παθόντες.
      Tα βαρέα μέταλλα είναι μιά όχι ορατή αλλά πολύ σημαντική μορφή ρύπανσης γιά το θαλάσσιο περιβάλλον εξαιτίας της τοξικότητάς τους. Mε τον όρο βαρέα μέταλλα εννοούμε εκείνα που έχουν ειδικό βάρος μεγαλύτερο του σιδήρου (Fe) και κυρίως τον μόλυβδο (Pb), τον υδράργυρο (Hg), τον χαλκό (Cu), το κάδμιο (Cd), το χρώμιο (Cr) κλπ.

      Προέλευση

      Tα βαρέα μέταλλα σχετίζονται με πλήθος ανθρώπινων δραστηριοτήτων. H χρήση τους στην χημική βιομηχανία είναι ο κανόνας: βιομηχανίες παραγωγής χρωμάτων, φωτογραφικών υλικών, ηλεκτρονικού υλικού, παρασιτοκτόνων, συσσωρευτών, πυρομαχικών, μεταλλουργεία κλπ χρησιμοποιούν σε διάφορες ποσότητες ενώσεις που περιέχουν βαρέα μέταλλα είτε σαν πρώτη ύλη είτε σαν καταλύτες.

      Πολλές βιομηχανίες χρησιμοποιούν χάλκινους σωλήνες γιά την ψήξη των μηχανημάτων τους και λόγω της διάβρωσης σημαντικες ποσότητες χαλκού οδηγούνται στη θαλάσσα κατά την έξοδο του νερού από το σύστημα ψήξης.

      H χρήση μολύβδου στην βενζίνη έχει σαν αποτέλεσμα την απελευθέρωση σημαντικών ποσοτήτων ενώσεων μολύβδου στην ατμόσφαιρα που εν συνεχεία μέσω των νερών της βροχής οδηγούνται στα ποτάμια ή κατευθείαν στην θάλασσα.

      Tα αστικά λύματα περιέχουν επίσης κάποιες ποσότητες βαρέων μετάλλων που προέρχονται από την κατανάλωση διαφόρων βιομηχανικών προϊόντων που περιέχουν ενώσεις βαρέων μετάλλων, από την χρήση ορισμένων τύπων απορρυπαντικών κλπ.

      H καύση απορριμμάτων είναι ένας ακόμη παράγων εμπλουτισμού της ατμόσφαιρας σε σωματίδια που περιέχουν ενώσεις βαρέων μετάλλων και στη συνέχεια καταλήγουν με τα νερά της βροχής στην θάλασσα.
      Eνα μέρος των συγκεντρώσεων των βαρέων μετάλλων που βρίσκονται στη θάλασσα οφείλεται και σε φυσικές πηγές. Kυρίως πρόκειται γιά διάβρωση πετρωμάτων που είναι πλούσια σε ορυκτά που περιέχουν βαρέα μέταλλα.